ΔΙΑΔΟΧΙΚΑ ΣΤΑΔΙΑ
Αν θελήσουμε να δούμε πως αναπτύσσεται η δυσλεξία, θα παρατηρήσουμε τα εξής στάδια:
- Το παιδί συναντά ένα ερέθισμα που δεν μπορεί να το αναγνωρίσει.
Αυτό θα μπορούσε να είναι μια λέξη (γραπτή ή προφορική), ένα σύμβολο ή κάποιο αντικείμενο, που δεν το αναγνωρίζει.
- Η αδυναμία αναγνώρισης δημιουργεί σύγχυση, που προκαλεί αποπροσανατολισμό.
Το παιδί χρησιμοποιεί τον αποπροσανατολισμό για να εξετάσει νοητά το ερέθισμα από διάφορες οπτικές γωνίες, προσπαθώντας να το αναγνωρίσει. Αυτή η μέθοδος είναι συνήθως αποτελεσματική, όταν πρόκειται για πραγματικά αντικείμενα, αλλά για γλωσσικά ερεθίσματα είναι εντελώς άχρηστη, επειδή η γλώσσα αποτελείται από ακουστικά ή γραπτά σύμβολα για διάφορες ιδέες και έννοιες.
- Ο αποπροσανατολισμός προκαλεί την αφομοίωση λανθασμένων δεδομένων, διότι κατά την διάρκεια του αποπροσανατολισμού, η αντίληψη είναι διαστρεβλωμένη.
Αυτά, που εξετάζει το παιδί νοητά από διάφορες οπτικές γωνίες, καταγράφονται στον εγκέφαλό του, ως προϊόντα πραγματικής αντίληψης. Τα περισσότερα από αυτά είναι ανακριβή.
- Η αφομοίωση λανθασμένων δεδομένων προκαλεί τη δημιουργία λαθών.
Το παιδί δεν μπορεί να κάνει τη διάκριση ανάμεσα σε σωστά και λανθασμένα δεδομένα, επειδή όλα καταγράφονται στον εγκέφαλό του, ως προϊόντα πραγματικής αντίληψης. Τα λάθη, που προκύπτουν, είναι συνήθως τα πρώτα «συμπτώματα» της δυσλεξίας.
- Τα λάθη προκαλούν συναισθηματικές αντιδράσεις.
Σε κανέναν δεν αρέσει να κάνει λάθη. Το παιδί έχει μια φυσιολογική ανθρώπινη αντίδραση. Αυτή με τη σειρά της προκαλεί την αρνητική αντίδραση δασκάλων και γονέων.
- Οι συναισθηματικές αντιδράσεις προκαλούν απογοήτευση.
Η απογοήτευση είναι αποτέλεσμα των συσσωρευμένων λαθών και των συναισθηματικών αντιδράσεων σε συνδυασμό με τις αρνητικές αντιδράσεις των άλλων ανθρώπων.
- Δημιουργούνται ή υιοθετούνται καταναγκαστικές λύσεις προκειμένου να ξεπεραστούν τα προβλήματα, που απορρέουν από τη χρήση του αποπροσανατολισμού στη διαδικασία της αναγνώρισης.
Οι λύσεις αυτές είναι μέθοδοι φαινομενικής γνώσης των πραγμάτων ή τρόποι εκτέλεσης εργασιών. Κάθε μία από αυτές έχει αποδειχθεί αποτελεσματική τουλάχιστον μια φορά και έχει γίνει καταναγκαστική συμπεριφορά. Το παιδί την εφαρμόζει ασυνείδητα. Αυτές οι «παλιές λύσεις», συνήθως, αρχίζουν να συσσωρεύονται γύρω στην ηλικία των εννέα ετών.
- Η μαθησιακή δυσκολία συνίσταται στις καταναγκαστικές λύσεις, που εφαρμόζει το παιδί.
Οι καταναγκαστικές λύσεις είναι πνευματικές πατερίτσες, όπως η μηχανική απομνημόνευση, κόλπα και τεχνάσματα, που χρησιμοποιεί το παιδί για να δίνει την εντύπωση, ότι καταλαβαίνει. Έχουν ελάχιστη ή καμία σχέση με την πραγματική μάθηση ή με την κατανόηση του διδασκόμενου αντικειμένου.
- Αυτές οι καταναγκαστικές λύσεις είναι που δυσκολεύουν ή που καθιστούν αδύνατη τη μάθηση.
Με την εφαρμογή αυτών των μεθόδων το παιδί μαθαίνει να «διαβάζει», όπως ένας παπαγάλος μαθαίνει να μιλάει - χωρίς να καταλαβαίνει το περιεχόμενο. Με τη βοήθεια μερικών ακόμα τέτοιων έμμεσων τρόπων, ίσως καταφέρει να αποκρυπτογραφήσει, εν μέρει, το νόημα, όσων διαβάζει. Η χρήση όμως παρόμοιων λύσεων είναι κουραστική διαδικασία.
Ντέιβιs Ντ.Ρόναλντ, Το Χάρισμα της Δυσλεξίας. Εκδ. Καστανιώτη Α.Ε. Αθήνα 1998




